Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913

Την 21η του Φλεβάρη, και κάθε τέτοια μέρα, όχι μόνο η Ήπειρος, αλλά ολάκερη η Ελλάδα πανηγυρίζει μια ακόμη ιστορική επέτειο. Ύστερα από 450 χρόνια σκλαβιάς, στις 21 Φεβρουαρίου του 1913, τα Γιάννενα λευτερώθηκαν. Ο Τούρκος κατακτητής, νικημένος και παντροπιασμένος, μάζεψε τ’ απομεινάρια, της άλλοτε τρομερής στρατιάς του και η Ελληνική σημαία κυμάτιζε και πάλι στο κάστρο της πόλης.
Τα Γιάννενα χιλιοτραγουδήθηκαν, μαζί με την ιστορική του λίμνη, την Παμβώτιδα. Αλλά τα Γιάννενα δεν είναι μόνο φυσικό περιβάλλον. Είναι πάνω απ’ όλα, εθνική ιστορία. Είναι η Αθήνα της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας.
Στο πρώτο μετά την απελευθέρωση φύλλο, της εφημερίδας «Ήπειρος», στις 3 Μαρτίου 1913, υπάρχει περιγραφή για το κλίμα της εποχής εκείνης. Μερικά αποσπάσματα μας πληροφορούν και για τις τρομερές συνθήκες που ζούσαν, οι Τουρκοκρατούμενοι τότε πρόγονοί μας:
«Έξω χωριά ολόκληρα εκαίοντο και εληστεύοντο καθημερινώς από τον Τούρκικον στρατόν. Γυναίκες εβιάζοντο και έπειτα εδέροντο μέχρι θανάτου. Ιερά σκεύη εκκλησιών ελαφυρολογούντο και επωλούντο έπειτα εις την αγορά των Ιωαννίνων, από Λιάπηδες και στρατιώτες. Διεπράτοντο τερατουργήματα δυνάμενα να κινήσωσι την φρίκην.
Μέσα η πόλις έπλεεν εις το δέος και τον τρόμον. Άγριον, βάρβαρον, άτιμον και παρά πάντα νόμον και πολιτισμόν, σκληρόν στροτοδικείον έθυε και απώλυε. Πέντε έξι χαφιέδες αστυνομικοί και μερικοί Τουρκογιαννιώται έγραφον και επέδιδον ζουρνάλια κατά του ενός και του άλλου νυχθημερόν.
Μια κρεμάλα είχε στηθεί εις το στρατοδικείον. Άλλη εις την πλατείαν. Άλλη έξω της πόλεως και ηκούοντο απαίσια κτυπήματα καρφιών τη νύχτα. Και το πρωί περίτρομοι, οι κρύβοντες τα δάκρυά των Έλληνες κάτοικοι εμάθαινον: “Σήμερα εκρέμασαν έξι Χριστιανούς! Αύριο κρεμούν άλλους”. Και το απαίσιον σχοινί εδούλευε και οι απαίσιοι δήμιοι στρατοδίκαι εμαγείρευον το μόνο φαγητόν δια την Τουρκογιαννιώτικη όρεξη: «Κρεμάλα στους Χριστιανούς».
Για το φρόνημα των Ηπειρωτών και την αγάπη τους και την πίστη στην πατρίδα, στην ίδια εφημερίδα, διαβάζουμε ανατριχιαστικές περιγραφές. Παρά τα φοβερά μαρτύρια των φυλακισμένων η καρδιά τους χτυπούσε στο ρυθμό των κανονιών, που σφυροκοπούσαν το Μπιζάνι:
«Αι συλλήψεις εγένοντο αθρόαι. Σωρηδόν πολίται και χωρικοί ερίπτοντο εις τα φυλακάς κατόπιν βασάνων και κακώσεων ανεκδιήγητων. Αι φυλακαί εγέμισαν από στένοντας ανθρώπους. Τα μπουντρούμια του Αλή Πασά δεν εχώρουν πλέον άλλους. Και τους επετούσαν σαν σκύλους εις το γκαλντερίμι του μπουντρουμιού, έξω στον διάδρομον όπου το κρύον απετελείωνεν ότι δεν ίσχυσεν ο ατελείωτος δαρμός να τελειώσει. Ένα νεκροκράβατον και ένας θλιβερός και σιωπηλός παπάς ανεβοκατέβαινε κάθε μέρα της φυλακής την παλαιάν σκάλαν μ’ έναν νεκρόν. Κι όμως οι φυλακισμένοι, μ΄ όλα αυτά τα βάσανα και θεάματα, ακμαίοι το φρόνημα και γελούμενοι την ψυχήν δεν ερωτούσαν ούτε αν θα κρεμασθούν, κι αυτοί, ούτε αν θα ζήσουν, ούτε αν θα αποθάνουν. Η φροντίδα των επετούσεν πάνω εις τα χιονισμένα βουνά. Ηκρόωντο των κανονιών τον κτύπον όλην την νύκτα, με τα΄ αυτί στηριγμένον εις το χώμα του μπουντρουμιού, και το πρωί πρωί έσκαζαν να φανεί κάποιος, μ΄ ένα νόημα, με μιαν χειρονομίαν να τους φέρει μιαν είδησιν για τον Ελληνικόν στρατόν».
Η είσοδος του Ελληνικού στρατού στα Γιάννενα, για τους κατοίκους της μαρτυρικής πόλης, ήταν ένα ασύλληπτο και μοναδικό γεγονός. Η πτώση του Μπιζανίου και τα λεύτερα Γιάννενα, είναι δύο γεγονότα σημαδιακά, όχι μόνο για την Ήπειρο αλλά και όλο τον Ελληνισμό. Το πώς δέχτηκε ο πληθυσμός τα παλικάρια εκείνα, τους ελευθερωτές του, δεν μπορεί να περιγραφεί. Μόνο μια αμυδρή εικόνα μας δίνει ο χρονικογράφος της εποχής εκείνης, ο οποίος στην εφημερίδα «Ήπειρος», στις 3 Μαρτίου 1913, μας δίνει τις σχετικές πληροφορίες:
«Η παράδοσις είχε ήδη συντελεστεί και ο διοικητής του 3ου Πεζικού Συντάγματος, κύριος Ιωάννης Γιανακίτσας, με δύο τάγματα, ευρίσκετο από του μεσονυκτίουεις Άγιος Ιωάννην Μπουνίλας, εις την εσπευσμένην δε ταύτην άφιξιν χρεωστεί η πόλις, κατά μέγα μέρος, την περίσωσίν της.
……………………………………………………………………………………….Τι έγινε πλέον από της στιγμής ταύτης, ούτε καμία πένα ειμπορεί αν ζωγραφίσει, ούτε κανένας άνθρωπος να διηγηθεί, ούτε καμιά μνήμη να συγκρατήσει. Χιλιάδες ανθρώπων ερίπτοντο εις τους τράχηλους των ίππων και μη δυνάμενοι να φιλήσωσι τους γενναίους ιππείς κατησπάζοντο τα φάλαρα και τους χαλινούς, ως αγιασμένα κειμήλια. Κλαίοντες εξ ακρατήτου ενθουσιασμού οι πολίται, γνωστοί και άγνωστοι, εναγκαλίζοντο αλλήλους. Γυναίκες εγονυπέτουν εν μέση οδώ, κλαίσουσαι και γονυπετούσαι, ενώ εκατομμύρια πυροβολισμών από κάθε γωνίαν και σπίτι και ζητωκραύγαζαν πλατύστομοι, εχαιρέτιζον την ανύψωσιν της γαλανόλευκης εις το διοικητήριον και το φρούριον. Τα Γιάννενα ήσαν Ελληνική.Ελεύθερα πλέον»!
Όταν μπήκε ο Ελληνικός στρατός στα Γιάννενα σχεδόν αυτόματα, απ΄ όλα τα σπίτια και σ΄ όλους τους δρόμους, ξεπετάχτηκαν αναρίθμητες Ελληνικές σημαίες. Εδώ και σ΄ αυτή την περίπτωση, όπως σε κάθε κρίσιμη ώρα, έκανε το θαύμα της η αθάνατη καρτερική, λεοντόκαρδη και πατριδολάτρισα Ηπειρώτισσα. Και πάλι ο χρονικογράφος της εποχής εκείνης μας εξηγεί το φαινόμενο:
«Αι χιλιάδες του πλήθους κινούνται από ενθουσιασμόν, ως θάλασσα και πόντος, εξυπνήσας από φύσημα δυνατής θυέλλης. Και ενώ η ατμόσφαιρα είναι νήνεμος, ηλιόλουστος και γαληνιαία, αι χιλιάδες των Ελληνικών σημαιών κυματίζουν ελαφρά. Η πολυπαθείς πόλις αναπνέει και η αναπνοή της τας λικνίζει με προσφιλές άσμα. Και αι σημαίαι απαλά χαμογελούν και παίζουν με την χαράν της φιλτάτης πόλις. Που ευρέθησαν αι τόσαι χιλιάδες των σημαιών αυτών; Ιστορία αληθινή και παθητική ποίησις!»



  © Blogger template 'Portrait' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP